Αρκετές φορές είναι κάποια πράγματα πολύ σημαντικά για άτομα με σακχαρώδη διαβήτη που δεν λαμβάνονται υπόψη στην καθημερινότητα της θεραπείας των ασθενών, καθώς λόγω έλλειψης χρόνου και αυξημένου φόρτου εργασίας στα νοσοκομεία και ιατρεία παραβλέπονται. Είναι όμως καθήκον κάθε ατόμου να ενημερώνεται και να προσπαθεί ο ίδιος για την ισορροπία και καλή υγεία του οργανισμού του. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας σε τρία σημαντικά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού και η παράβλεψη τους μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την πορεία του διαβήτη, όπως μη καλή ρύθμιση του σακχάρου και διαβητικές επιπλοκές.

Έλλειψη μαγνησίου σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη
Μειωμένα επίπεδα μαγνησίου σε διαβητικούς δεν είναι κάτι σπάνιο. Χαμηλά επίπεδα μαγνησίου σε διαβητικά άτομα φαίνεται να κυμαίνονται από 15 μέχρι και 50%. Παρουσιάζονται είτε λόγω μειωμένης πρόσληψης με την τροφή, αυξημένης αποβολής από το νεφρό ή και λόγω χρόνιων διάρροιων σε αυτόνομη διαβητική νευροπάθεια του γαστρεντερικού συστήματος. Αυτή η έλλειψη φαίνεται να αυξάνει την αντίσταση στην ινσουλίνη, να μειώνει τη χρησιμοποίηση της γλυκόζης από τον οργανισμό και να αυξάνει την αρτηριακή πίεση όπως και τα επίπεδα των λιπιδίων με αποτέλεσμα την εξέλιξη των διαβητικών επιπλοκών, κυρίως του καρδιαγγειακού συστήματος.
Από την άλλη ικανοποιητικά επίπεδα μαγνησίου σταθεροποιούν τον μεταβολισμό της γλυκόζης και μειώνουν τον κίνδυνο για μικρο- και μακροαγγειακές επιπλοκές προστατεύοντας έτσι το καρδιαγγειακό σύστημα. Σε όλους είναι γνωστή η θετική επίδραση του μαγνησίου στην καρδιά και στα αγγεία. Το μαγνήσιο βοηθά στη διάταση των αγγείων, στη μείωση της πήξης των αιμοπεταλλίων, και μειώνει τα επίπεδα της φλεγμονής. Συμπερασματικά σε κάθε διαβητικό πρέπει να ελέγχονται τα επίπεδα μαγνησίου στο αίμα. Ακολούθως πρέπει να γίνει εκτεταμένη ενημέρωση στον ασθενή για τις τροφές που περιέχουν μαγνήσιο και ακολούθως σε μη επαρκή αύξηση, χορηγείται θεραπεία με χάπια μαγνησίου από του στόματος.

Έλλειψη βιταμίνης Δ σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη
Είναι γνωστό πλέον ότι ό ρόλος της βιταμίνης Δ δεν περιορίζεται μόνο στη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Γνωρίζουμε ότι η δράση της στον οργανισμό δεν επιφέρει μόνο καλυτέρευση της σύστασης στο κόκκαλο του σκελετού μας αλλά μας προστατεύει από φλεγμονές, καρκίνο, κατάθλιψη και ενδυναμώνει το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Φαίνεται επίσης ότι χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Δ αυξάνουν τον κίνδυνο για να νοσήσει κάποιος από σακχαρώδη διαβήτη. Από την άλλη ικανοποιητικά επίπεδα βιταμίνης Δ σταθεροποιούν το μεταβολισμό της γλυκόζης και επιδρούν θετικά στην ευαισθησία του οργανισμού απέναντι στην ινσουλίνη, σημαντικό ζητούμενο σε διαβητικά άτομα όπου η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι ένα μείζον πρόβλημα. Ποσοστά μέχρι και 50% αύξησης της ευαισθησίας στην ινσουλίνη σημειώνονται, διορθώνοντας τα επίπεδα βιταμίνης Δ από 10 ng/ml σε επίπεδα άνω των 30 ng/ml . Ικανοποιητικά επίπεδα βιταμίνης Δ δίνουν το ερέθισμα στο β κύτταρο να παράγει περισσότερη ινσουλίνη. Ο έλεγχος λοιπόν των επιπέδων της βιταμίνης Δ σε διαβητικά άτομα είναι απαραίτητος και σε έλλειψη, τη χορήγηση από του στόματος, με επανέλεγχο των επιπέδων για καθορισμό της σωστής δόσης που θα διατηρήσει τα επίπεδα στο ζητούμενο ύψος.

Έλλειψη βιταμίνης Β 12 σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη μετά από αρκετά χρόνια λήψης θεραπείας με μετφορμίνη
Η μετφορμίνη (Glucophage® ή γενόσημο) είναι μια πρώτης γραμμής θεραπεία για τον σακχαρώδη διαβήτη. Τα οφέλη από τη χρήση της μετφορμίνης εκτός του ότι είναι ένα οικονομικό φάρμακο είναι πολλά. Μειώνει απoτελεσματικά τη γλυκόζη, βελτιώνει την καρδιαγγειακή θνητότητα και είναι ένα φάρμακο αρκετά ασφαλές στη χρήση του εδώ και χρόνια παγκοσμίως. Ένα από τα μειονεκτήματα της όμως εκτός από τις γαστρεντερικές διαταραχές είναι η επίδραση της στην απορρόφηση της βιταμίνης Β12. Ανεπάρκεια της βιταμίνης Β12 σε διαβητικούς σε θεραπεία με μετφορμίνη μπορεί να φτάσει και μέχρι τα 30% και αυξάνεται με την ηλικία, τη δόση και τη διάρκεια της χρήσης της. Εάν ακολούθως συμπέσουν και κάποιοι παράγοντες όπως μειωμένη πρόσληψη σε χορτοφάγους, συνύπαρξη ατροφικής γαστρίτιδας, κοιλιοκάκη ή άλλες παθήσεις με μειωμένη πρόσληψη βιταμίνης Β12 τότε παρουσιάζεται ανεπάρκεια στη βιταμίνη αυτή. Ανεπάρκεια της βιταμίνης Β 12 έχει ως αποτέλεσμα μεγαλοβλαστική αναιμία (χαμηλή αιμοσφαιρίνη) όπως και διάφορες νευρολογικές συνέπειες που κάποιες φορές μπορεί να μπερδευτούν με διαβητικές επιπλοκές. Θα πρέπει να γίνεται έλεγχος της βιταμίνης Β12 ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς και ασθενείς που λαμβάνουν για χρόνια μετφορμίνη. Η ανεπάρκεια μπορεί να αντιμετωπιστεί με ενδομυικές ενέσεις ή χάπια από του στόματος ανάλογα με το μέγεθος της έλλειψης. Τροφές πλούσιες σε βιταμίνη Β12 είναι ζωικά προιόντα όπως κόκκινο κρέας, αυγά, συκώτι, γαλακτοκομικά, καθώς και κάποια ψάρια.

Συνοψίζοντας λοιπόν, σε διαβητικά άτομα, εκτός από τη χορήγηση αντιδιαβητικών σκευασμάτων για τη θεραπεία του διαβήτη, συστήνεται τουλάχιστον χρονιαίος, ο έλεγχος του μαγνησίου, της βιταμίνης Δ και της βιταμίνης Β12 στο αίμα. Ακολούθως ανάλογα με το αποτέλεσμα και σε μη επαρκή λήψη μέσω της διατροφής θα πρέπει να χορηγούνται συμπληρωματικά οι πιο πάνω σημαντικές για τον οργανισμό ουσίες.